εύκονος

εὔκονος, -ον (Α)
(ενν. άρτος) άρτος κατασκευασμένος από πίτουρα («τὸν πιτυρίτην ἄρτον, ὅν εὔκονον ὀνομάζουσι», Αθήν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -κονος αμφίβολης προελεύσεως. Η σύνδεση με το κονή «φόνος» (< καίνω «σκοτώνω») δεν ευσταθεί σημασιολογικώς, ενώ η παραγωγή τής λ. από το κόνις θα έδινε *ευ-κόνιος. Τέλος, το κόνυζα, ονομασία αρωματικού φυτού, θα έδινε *ευ-κονυζήεις ή *ευ-κονυζίτης (πρβλ. κονυζίτης οίνος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔκονον — εὔκονος bread made with bran masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Amerias — (Greek: Ἀμερίας, 3rd century BC) was an ancient Macedonian lexicographer, known for his compilation of a Glossary entitled (Γλῶσσαι Glossai terms,words ). Αnother of his works was called Ῥιζοτομικός, Rhizotomikos (ῥίζα + τέμνειν rhiza + temnein,… …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.